Ενδομητρίωση

Η ενδομητρίωση ορίζεται ως η παρουσία ενδομητριοειδούς ιστού (ότι το εσωτερικό κάλυμμα του τοιχώματος της μήτρας δηλαδή το ενδομήτριο)  εκτός της ενδομητρικής κοιλότητας, η οποία προκαλεί χρόνια φλεγμονώδη αντίδραση. Είναι μια γυναικολογική πάθηση που αφορά γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας .

Η ενδομητρίωση προσβάλλει κυρίως πυελικά όργανα και το περιτόναιο, ωστόσο περιστασιακά και σπανιότερα ενδέχεται να επηρεαστούν και άλλα όργανα, όπως το έντερο και οι πνεύμονες. Η έκταση της νόσου ποικίλει από λίγες, μικρές βλάβες σε μεγάλες ωοθηκικές κύστεις (ενδομητριώματα). Μπορεί να υπάρχει εκτεταμένη ίνωση σε δομές όπως οι ιερομητρικοί σύνδεσμοι, και δημιουργία συμφύσεων που αλλοιώνουν την ανατομία της πυέλου. Η σοβαρότητα της ενδομητρίωσης εκτιμάται είτε με την απλή περιγραφή των εγχειρητικών ευρημάτων, είτε με τη χρήση συστημάτων ταξινόμησης, όπως αυτό που έχει προτείνει η Αμερικανική Εταιρεία Αναπαραγωγικής Ιατρικής

Τα συμπτώματα που τυπικά σχετίζονται με ενδομητρίωση περιλαμβάνουν

Υπογονιμότητα ,δυσμηνόρροια, δυσπαρευνία, χρόνιο πυελικό άλγος, επώδυνη ωοθυλακιορρηξία, κυκλικά ή περιεμμηνορυσιακά συμπτώματα, όπως από το έντερο ή την κύστη, χρόνιο αίσθημα κόπωσης, επώδυνη αφόδευση.

Διάγνωση

Το διακολπικό υπερηχογράφημα (TVS) έχει περιορισμένη διαγνωστική αξία συγκρινόμενο με τη λαπαροσκόπηση στις περιπτώσεις περιτοναϊκής ενδομητρίωσης, αλλά είναι χρήσιμο εργαλείο στη διάγνωση ενδομητριωμάτων.

Η άμεση επισκόπηση της πυελικής κοιλότητας με τη διαγνωστική λαπαροσκόπηση θεωρείται ως η αποτελεσματικότερη μέθοδος για την οριστική διάγνωση της νόσου, ειδικά σε περιπτώσεις με άτυπα ή καθόλου συμπτώματα, ή χωρίς ορατές βλάβες στην γυναικολογική εξέταση. Εκτός από την άμεση επισκόπηση της κοιλότητας, χρήσιμη είναι και η κινητοποίηση με grasper των οργάνων της πυέλου, καθώς και η εκτίμηση της σύστασης των βλαβών.

Τα επίπεδα του δείκτη Ca-125 μπορεί να είναι αυξημένα στην ενδομητρίωση. Ωστόσο, συγκρινόμενη με τη λαπαροσκόπηση, η μέτρηση των επιπέδων του στον ορό δεν έχει διαγνωστική αξία. Φαίνεται ότι η ευαισθησία του δείκτη στη διάγνωση ενδομητρίωσης ανεξαρτήτως σταδίου είναι μόλις 28%, με ειδικότητα 90%, ενώ στη διάγνωση μέτριας ή σοβαρής ενδομητρίωσης, η ευαισθησία φτάνει το 89%, με ειδικότητα 47%

Θεραπεία

ΜΗ ΣΤΕΡΟΕΙΔΗ ΑΝΤΙΦΛΕΓΜΟΝΩΔΗ (ΜΣΑΦ)

τα ΜΣΑΦ, ειδικότερα η ΝΑΠΡΟΞΕΝΗ είναι αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση του πυελικού άλγους που οφείλεται σε ενδομητρίωση.

Ορμονική θεραπεία

Τα ορμονικά σκευάσματα που έχουν αξιολογηθεί για την αντιμετώπιση του πυελικού άλγους που οφείλεται σε ενδομητρίωση  είναι,

Αντισυλληπτικά από το στόμα,Δαναζόλη ,Γεστρινόνη ,Οξεική ,GnRH αγωνιστές.

Τα σκευάσματα αυτά είναι εξίσου αποτελεσματικά, όμως έχουν αρκετές διαφορές στο κόστος και στο προφίλ ασφάλειας. Ανεπιθύμητες ενέργειες περιορίζουν τη μακροχρόνια χρήση τους, καθώς και τη συμμόρφωση των ασθενών στη λήψη τους.Η χρήση ορμονικών σκευασμάτων δε φαίνεται να παρεμβαίνει στους πρωτογενείς βιολογικούς μηχανισμούς της νόσου. Συνεπώς, η θεραπεία αυτή δεν επιτυγχάνει πάντα το στόχο της και μερικές γυναίκες δεν ανταποκρίνονται σ ́αυτήν. Υποτροπή των συμπτωμάτων είναι συνήθης, 5-6 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Στα πλαίσια δράσης των προγεστερινοειδών στη νόσο, φαίνεται ότι το ενδομήτριο σπείραμα ελεγχόμενης αποδέσμευσης λεβονογεστρέλης , μειώνει το πυελικό άλγος που οφείλεται σε ενδομητρίωση, και ό έλεγχος του άλγους διατηρείται για 3 χρόνια

Χειρουργική θεραπεία

Η λαπαροσκοπική καυτηρίαση των βλαβών είναι η ενδεδειγμένη χειρουργική αντιμετώπιση. Οι περισσότερες ασθενείς ανταποκρίνονται στη θεραπεία, ωστόσο μερικές γυναίκες δεν έχουν ανταπόκριση, είτε λόγω ατελούς αφαίρεσης των βλαβών, είτε λόγω υποτροπής της νόσου

Αντιμετώπιση υπογονιμότητας που σχετίζεται με ενδομητρίωση

Λαπαροσκοπική αντιμετώπιση

Η καυτηρίαση των ενδομητριωσικών βλαβών σε συνδυασμό με συμφυσιόλυση, για τη βελτίωση της γονιμότητας σε περιπτώσεις ελάχιστης ή ήπιας ενδομητρίωσης, είναι αποτελεσματική , όσον αφορά τα ποσοστά υποτροπής και αυτόματης σύλληψης μετά τη θεραπεία σε γυναίκες με υπογονιμότητα.